ἐφολκίς

ἐφολκ-ίς, ίδος, , = foreg. 1, Ach. Tat.3.3, Philostr.VA 4.9.
2 = foreg. 2, burdensome appendage, τινι E.Andr.200, cf. HF631, 1424 (pl.), Ael.Fr.110.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφολκίς — ἐφολκίς, ἡ (Α) [εφολκός] 1. το εφόλκιο 2. ενοχλητική προσθήκη, συμπλήρωμα, άχθος, βάρος 3. πηδάλιο …   Dictionary of Greek

  • ἐφολκίς — burdensome appendage fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφολκίδα — ἐφολκίς burdensome appendage fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφολκίδας — ἐφολκίς burdensome appendage fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφολκίδες — ἐφολκίς burdensome appendage fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφολκίδος — ἐφολκίς burdensome appendage fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφολκίδων — ἐφολκίς burdensome appendage fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.